Κυριακή, Σεπτεμβρίου 16, 2012

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΔΗΣ BANK

Βασίλης Γκουρογιάννης
Ἄδης BANK 


Ἡ καταχώριση στὶς ἐφημερίδες ἂν καὶ δυὸ λέξεις, ἦταν ἐξαιρετικὰ προβεβλημένη. «Ἐμπιστευθεῖτε μας!» καὶ ἀκολουθοῦσε ὁ ἁπλὸς λογότυπος «Adis Bank».  Καμμιὰ ἄλλη πληροφορία, διεύθυνση, τηλέφωνο. Ὅσοι δὲν ἀντελήφθησαν ὅτι εἶναι πρωταπριλιὰ ζήτησαν μὲ κάποια μουδιασμένη συστολὴ περισσότερες πληροφορίες ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες γι’ αὐτὴ τὴν παράδοξη, τὴ μακάβρια, τὴν ἐνδιαφέρουσα ἴσως διαφήμιση. Δὲ βρῆκαν  ἄκρη.  Προφανῶς κάποιος ἐκκεντρικὸς σαρκαστὴς ξόδεψε ἀρκετὰ χρήματα καὶ προφανῶς  κρυμένος στὸ σπίτι του γελάει. Αὐτὴ ἦταν ἡ λογικότερη ἐξήγηση.
          Ἡ αὐταρέσκεια ἐκείνων ποὺ ἀντελήφθησαν ὅτι πρόκειται δῆθεν γιὰ πρωταπριλιάτικη φάρσα, κατέρρευσε τὴν ἑπομένη ὅταν καὶ πάλι ἐμφανίστηκε ἡ ἴδια διαφήμιση στὴν ἴδια ἐξαιρετικὴ θέση προβολῆς. Ἡ τρίτη κατὰ σειρὰ καταχώριση εἶχε κάτι περισσότερο. «Ἐγγυόμαστε τὴ μεταφορὰ τῶν καταθέσεων». Ποιός ὅμως ἐγγυᾶται, ποῦ ἀπευθύνεται, ποῦ θὰ ἐπικοινωνήσουν ὅσοι τυχὸν θέλουν νὰ λύσουν ἀπορίες;
          Τὸ πρόσωπο ποὺ ἔκανε τὶς καταχωρίσεις τὶς πλήρωσε ὅλες προκαταβολικὰ κι αὐτὲς δημοσιεύονταν μὲ προκαθορισμένη σειρὰ χωρὶς νὰ εἶναι πλέον δυνατὴ ἡ ἐξακρίβωση τῆς ταυτότητάς του. Ἦρθαν καὶ οἱ ἀκόλουθες καταχωρίσεις: «Ὁ μόχθος σας νὰ μὴν πέσει σὲ ἀνεπιθύμητους» «Ἐπενδύστε αἰώνια!» «Ἀναμείνατε σύντομα τὶς ὁδηγίες μας». Αὐτὴ ἦταν ἡ τελευταία καταχώριση γιατὶ ἐπενέβησαν οἱ ἁρμόδιες ἀρχὲς νὰ ἠρεμήσουν τὴ διεγερμένη κοινωνία. Ὅμως ἤδη δημιουργήθηκε μιὰ ὑπόγεια κινητικότητα, ἕνα τηλεφωνικὸ  μουρμουρητὸ  ἡλικιωμένων διακλαδώθηκε σὲ ὅλη τὴ χώρα. Πρὸς δυὸ κατευθύνσεις ἑστιάζονταν οἱ ἀγωνίες. «Ἱδρύθηκε τράπεζα στὸν κάτω κόσμο;  Προσοχή, κάποιοι ἀπατεῶνες θὰ ἐμφανισθοῦν».  «Ἂν ὅμως δὲν εἶναι ἀπατεῶνες, μήπως ὑπάρχει ἐλπίδα ἐπιτέλους;»
          Πιθανὸν κάτι κινεῖται πρὸς τὴ σωστὴ κατεύθυνση νὰ ἁπαλυνθεῖ ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ ἀτέλεια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἂν καὶ ἐλεήμων ὅμως τὴν τελευταία στιγμὴ πρὶν τὸν τάφο ἐμφανίζεται σκληρός, ἀδυσώπητος, ξεγυμνώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ καὶ σχεδὸν μὲ μιὰ κλωτσιὰ τὸν κατρακυλᾶ στὸ λάκκο τῶν σκουληκιῶν.
          Γιατί Θεέ, ἡ ἐξομοίωση τῶν νεκρῶν; Ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν συνετά, ποὺ ἐμόχθησαν καὶ μὲ τὴν ἐργατικότητα τοῦ μυρμηγκιοῦ ἐσώρευσαν πλοῦτο. Δὲν κέρδισαν ὅλοι τὰ ἀγαθὰ τους σὰν τοὺς χαρτοπαῖχτες ποὺ κι ἂν κάποιος μὲ καλλίτερο χαρτὶ τοὺς τὰ παίρνει πάλι πίσω, καλῶς τὸ κάνει. Ὑπάρχει ἐδῶ λογικὸς ἀντίλογος. Ἐντάξει,  καὶ τί θὰ κάνουν οἱ καταθέτες τὰ χρήματα στὸν κάτω κόσμο.  Ἀλλὰ πάλι καὶ γιατί νὰ παραμένει πίσω ὁ μόχθος τους νὰ τὸν γλεντοῦν οἱ ἀχαΐρευτοι. Λογικὸ τὸ πρῶτο, κατανοητὸ περισσότερο τὸ δεύτερο. Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι κληροδοτοῦν τὸ μόχθο τους σὲ φιλανθρωπίες καὶ πάλι δὲν καλύπτονται ἐπαρκῶς ψυχολογικά. Μὴ νομίζετε ὅτι οἱ ἀναξιοπαθοῦντες τῶν ἱδρυμάτων εἶναι τίποτα κακογερασμένα ἀγγελούδια. Ἔκαναν τὰ αἴσχη καὶ τὶς ἀσωτεῖες στὸν καιρό τους. Στὴν ἴδια ταβέρνα ὁ καταθέτης ἐνδεχομένως νὰ παρήγγειλε γαῦρο καὶ ὁ ἀναξιοπαθὴς  σαργούς. Κι ὅταν τὸ ἄσωτο παιδὶ ἢ ὁ ἀνηψιὸς τριγύριζαν στὰ μπάρ, ὁ καταθέτης ἔκανε ἔρευνα ἀγορᾶς, σύγκρινε ἐπιτόκια, ἀποδόσεις ἀξιογράφων κτλ., μὲ ρίσκο μετακινοῦσε τὰ κεφάλαια ἀπὸ τράπεζα σὲ τράπεζα γιὰ τὸ κάτι τὶς παραπάνω. Ἀλήθεια, δὲν εἶναι ἄδικο νὰ ἔχει ὁ νεκρὸς ἀκαμψία δακτύλων, νὰ μὴν  μπορεῖ κὰν νὰ φυλλομετρήσει τὸ βιβλιάριο καταθέσεων, νὰ μὴ μπορεῖ νὰ κρατήσει νομίσματα στὴ χούφτα του; Καὶ ποιὸς γύρισε ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο νὰ μᾶς ἐνημερώσει τί ἀκριβῶς γίνεται ἐκεῖ; Ἐνδεχομένως μιὰ στοιχειώδης συναλλαγὴ νὰ γίνεται, νὰ χρειάζεται κι ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος κάποια χρήματα γιὰ ὤρα ἀνάγκης,  ὅπως λ.χ. κάποιο φιλοδώρημα σὲ ἄγγελο γιὰ μία δαχτυλήθρα νερό. Στὸ  κάτω–κατω ὁ ἴδιος ὁ Θεός μᾶς δίνει τὸ σκουλήκι τῆς ἀνασφάλειας, δηλαδὴ  πάντα νὰ ἀποταμιεύουμε κάτι γιὰ ὤρα ἀνάγκης ἔστω  κι ἂν ὅταν ἔρχεται αὐτὴ ἡ ὥρα εἴτε δὲν χρειάζεται τὸ κάτι, εἴτε δὲν ἐπαρκεῖ.

          Διάσπαρτες φῆμες μιλοῦν ὅτι ἤδη κάποιοι ἐπίμονοι βρῆκαν ἄκρη. Σὲ κάποιο μοναστήρι τοῦ Ὠρωποῦ λειτουργεῖ, λένε, ὑποτυπωδῶς  καὶ μὲ ἄκρα ἐχεμύθεια  ὑποκατάστημα τῆς Αdis Bank.  Ἀνεβοκατεβαίνουν τὶς νύχτες ἄγγελοι, σὰν τὰ παλιὰ ταχυδρομικὰ πτηνὰ καὶ μεταφέρουν ἐμβάσματα πρὸς τὸ κεντρικὸ κατάστημα τοῦ κάτω κόσμου.  Ἀκόμη κι ἄν, τὸ πιθανότερο, εἶναι ἀβάσιμη αὐτὴ ἡ φήμη, ὅμως φαίνεται πὼς κάτι ἐπιτέλους κινεῖται πρὸς τὴ σωστὴ κατεύθυνση. Κύριε, εὐσπλαχνίσου τοὺς  καταθέτες. Εἶναι ἄδικο αὐτὸ ποὺ γίνεται εἰς βάρος τους αἰῶνες τώρα. Ἀκόμα κι ἂν ὁ κάτω κόσμος δὲν ἔχει χρηματιστηριακὲς συναλλαγές, ἵδρυσε αὐτὴ τὴν τράπεζα νὰ γεμίζουν εὐτυχισμένοι τὶς μέρες τους. Κι ἂν κάποτε Κύριε, φέρεις τὴν Ἀνάσταση  τῶν νεκρῶν νὰ ἔχουν τουλάχιστον μιὰ μαγιά, θὰ εἶναι κρίμα ν’ ἀρχίσουν πάλι ἀπὸ τὸ μηδέν.

Ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ὀροπέδιο, τεῦχος 2ο, Καλοκαίρι 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: