Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2012

Η.Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Τ’ ΜΠΟΥΦ’ ΤΟΥ Π’ΛΙ

Ἠ.Χ. Παπαδημητρακόπουλος
Τ’ ΜΠΟΥΦ’ ΤΟΥ Π’ΛΙ

ναδημοσίευση π τ περιοδικ ροπέδιο, τεχος 12, Καλοκαίρι 2012


Σ λη τ διάρκεια το σχολικο μου βίου (ποφοίτησα στ μέσα τοῦ περασμένου αἰῶνος) τ νομα Παπαδιαμάντης οδέποτε ναφέρθηκε ― οὔτε ς λέξις-παξ, στω. Ο φιλόλογοι μᾶς δηγοσαν σ θνικς ράγες, που ο συγγραφες κα ο ποιητς σαν ξιοι ναφορς, μόνον ἐφ’ σον προηγετο ατν καταλυτικς κα ποστομωτικς προσδιορισμς “ θ ν ι κ ό ς„ . ννοεται τι Σολωμός, π.χ., λλ κι Παλαμς κ.., διναν κι παιρναν στς παραδόσεις τν μαθημάτων κα τς κατ’ οκον ργασίες, ς ντα πόμακρα, μυθικ κα πρόσιτα, κατατεμαχισμένα κα καταξεσκισμένα π τς ναλύσεις κα τος μετρικος κανόνες, τελείως κατανόητα ― φειλες πάντως ν παπαγαλίσεις (π ποιν μηδενισμο) τι μνος ες τν λευθερίαν„ , π.χ., γράφη ες τροχαϊκν ξάμετρον…
Τν πρώτη φορ πο εδα τ νομα Παπαδιαμάντης, δν τ πρόσεξα κάν. ταν καλοκαίρι, κα φο εχα ξαντλήσει κάθε πόθεμα π βιβλία το ουλίου Βέρν, το Δουμ (πατρός), το Θερβάντες, το Μωρς Λεμπλν κ.ο.κ., ψάχνοντας ναγωνίως στ βιβλιοθήκη το σπιτιο ν βρ κάτι, γι ν περάσει ρα, πεσα σὲ να χοντρ βιβλίο, μικροῦ σχήματος (μεγέθους σχεδν παλάμης), δεμένο μ σκληρ μαρο ξώφυλλο, κα τίτλο:
λφόνσου Δωδ
“Ταρταρῖνος κ Ταρασκώνης„ .

ρκετς δεκαετίες ργότερα, ξαναπιάνοντας τυχαα στ χέρια μου κενο τ βιβλίο (γνωστο πς διασώθηκε μετ π τόσες λαίλαπες !), διάβασα μβρόντητος τ πόλοιπα στοιχεα κάτω π τ τίτλο:
Μετάφρασις πό:
λ. Παπαδιαμάντη
Καταστήματα “κροπόλεως„
Β. Γαβριηλίδη
1894
*
ταν Νίκος Γαβριλ Πεντζίκης κατ τν δεκαετία το ’60 πο στς τακτικές, ν μήνα, πισκέψεις του στν Καβάλα που διαμέναμε, ναφερόταν πολ συχν στν Παπαδιαμάντη : τν παρακολουθοσα δύσκολα, γιατὶ λίγα πράγματα εχα διαβάσει, ψάχνοντας π δ κι π κε.
Μι μέρα (να βράδυ, σως) Πεντζίκης, ερισκόμενος σ διαίτερη φόρμα κα ξαπολύων συνεχς κείνους τος νεκτίμητους λήρους του, μς λέει :
— Νά, παιδί μου, πως τ’ μπούφ’  το π’λί, πο λέει Παπαδιαμάντης.

Νόμισα τι φράση σήμαινε κάτι νάλογο μ να παραμύθι πο θυμόμουν θολά, πς δηλαδ κουκουβάγια δν εδε κανένα λλο πουλ πι ραο π τ κουκουβαγάκι της, κι κανα να σχετικό, βλακδες σχόλιο.
Πεντζίκης κόμπιασε, μ κύτταξε μήχανα, ντρίμπλαρε στ γρήγορα τ φράση μου κα λέγοντας να μασημένο “ναί, ναί„ , συνέχισε τ δικά του…
Κατάλαβα τι πρεπε ν ναζητήσω πλέον τ ργο το Παπαδιαμάντη, κα τελικ δελφός μου βρκε κα μο στειλε π τν θήνα τος 5 τόμους τν “πάντων„ στν κδοση Βαλέτα. σπευσα κα τος δεσα στ Θεσσαλονίκη, στν περίφημον ντρέα, μ να λινό, καφ νοιχτ ξώφυλλο. Στν δεια κείνου το καλοκαιριο πήραμε μ τ γυναίκα μου μαζί μας στν Πάρο, ς μοναδικ νάγνωσμα, ατος κριβς τος τόμους.

Τ σπίτι πο θ διαμέναμε δν διέθετε λεκτρικ ρεμα ― καὶ τσι, κτς π μία ποικιλία φωτιστικν μέσων, κουβαλήσαμε καὶ ναν κανὸν ριθμ π τὰ χοντρόκοντα κενα κεριά, πο κυκλοφοροσαν κόμη θρόως μ τ νομα σπερματσέτα : τ χνη τους διασώζονται στ ξώφυλλο μερικν τόμων, ς πόλευκες, παχις κηλίδες.
Διάβασα φυσικά, κα τ διήγημα “Τ’ μπούφ’ το π’λί„ ― τν ρμηνεία πο κολουθοσε, μως , δν μποροσα ν τν φαντασθ :
«…σον δι τν καπετν Στέφον, ο τωρινο πλοίαρχοι εχον ξεχάσει
πλέον λα τ παλαι γκώμια, κα τν περιέγραφον μόνον ς “μποῦφον„ . Τ ρνεο κενο, ς διηγονται, φύσει νίκανον ν κυνηγ, πως κάμνουν τ’ λλα ρπακτικά, κάθεται π κλάδου π βράχου, που μαύρη μορφή του συγχέεται κα γίνεται ν μ τ βάθρον κα μ τν σκοπιάν του, νοίγει μίαν σπιθαμν τ λαίμαργον στόμα του, κα τ καημένα τ πουλάκια, πατώμενα π τν μέλανα γνόφον, καθς πλέουν ες τ κενόν, ρχονται σν τυφλὰ κα πέφτουν μέσα ες τ χάσκον, τ σπηλαιδες στόμα το μπούφου. Οτω πως το ρχοντο λαι α ποθέσεις, λαι α πιχειρήσεις, το Στέφου. “Σὰν τ’ μπούφ’ το π’λί„ . πως στν μποφον τ πουλί.»

Κα οτω ννόησα, στω κα μετ π μνες, κείνη τν πνιγμένη μηχανία το Πεντζίκη, ποος στν πραγματικότητα μιλοσε γι ατος πο πλουτίζουν χωρς κν ν κουνιονται, νοίγοντας πλς τ στόμα τους ― κα κε μέσα ρχονται κα πέφτουν χρυσάφια κα μαλάματα… πως τ πουλάκια, τ νύχτα, στ στόμα το μπούφου.

(Μὲ τὸ παραπάνω διήγημα ὁ Ἠ.Χ. Παπαδημητρακόπουλος συμπληρώνει ἀκριβῶς 50 χρόνια διηγηματογραφίας. Τὸ σύνολο τῶν διηγημάτων του σὲ ἕξι τόμους κυκλοφορεῖ ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδης. Τὸ πρῶτο του διήγημα, «Οἱ Φρακασάνες», δημοσιεύτηκε τὸ 1962 στὸ περιοδικὸ τῆς Καβάλας Ἀργὼ καὶ θὰ ἀναρτηθεῖ προσεχῶς ὡς ἔχει στὸ blog Ὀροπέδιο).

Δεν υπάρχουν σχόλια: