Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2015

NIOBH κούνια-μπέλα π ο ι ή μ α τ α 2015

 NIOBH
κούνια-μπέλα
π ο ι ή μ α τ α 
2015
Νιόβη

Ἡ Ἄμπελος



Εἶναι χαρὰ νὰ βλέπω

τὸ ἄσπρο σου κεφάλι

νὰ ξεπροβάλλει μὲς στ’ ἀμπέλι

καὶ πότε νὰ τὸ χάνω

ὅταν σκάβεις

τὰ λαίμαργα γιὰ νὰ στηρίξεις,

ἢ τὰ βαριὰ τσαμπιὰ

ν’ ἀνασηκώσεις

ποὺ ἀπὸ τὸ βάρος

ἀκουμπήσανε στὸ χῶμα,

καὶ νὰ τὸ ξεχωρίζω πάλι,

ἀνάμεσα στὰ κλήματα

τὰ νιούτσικα βλαστάρια

μὲ λύπη νὰ μαζεύεις τσακισμένα,

δουλειὰ τῶν γάτων σίγουρα…



Τὸ πρόσωπό σου σκοτεινιάζει, ποὺ καὶ πού,

ἀνάποδοι ἦταν φέτος οἱ καιροὶ

μᾶλλον οἱ Ὄστριες

τὴν κάναν τὴ ζημιὰ

μπορεῖ κι ὁ Σιρόκος ἢ ὁ Γαρμπῆς

ὁ Ἀπηλιώτης, ὁ…



Μὴν ἀπελπίζεσαι γιὰ πράγματα ἐφήμερα

πάλι τοῦ χρόνου εὐλογημένα θά ’ναι

καὶ οἱ καιροὶ θὰ εἶναι μενετοί.



Ἐμένα ἡ χαρὰ μοῦ φτάνει

νὰ βλέπω τ’ ἄσπρα σου μαλλιὰ

ν’ ἀναρριπίζουν οἱ θαλάσσιες αὔρες

κι ἐγὼ κατ’ ἐμαυτὴν νὰ ψυθιρίζω:

Κύριε, Κύριε, ἐπιβλεψον ἐξ οὐρανοῦ

καὶ ἴδε

καὶ ἐπίσκεψαι τὴν Ἄμπελον ταύτην

ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά σου.



Πάρος 8/2014



Κούνια-Μπέλα




Στὶς παιδικὲς χαρὲς

χασομεροῦσες

τοῦ Δήμου τῶν Ὀνείρων

κι’ ἀποξεχνιόσουν

Κούνια-Μπέλα

στὶς μαγικὲς τῆς φαντασίας

αἰῶρες.

Καὶ κούνια-Μπέλα, Κούνια Μπέλα

ἀνέμελα περνοῦσαν οἱ ὧρες.



Τὴ νύχτα τὴν ἀδήριτη

δὲν ἔνοιωσες νὰ πέφτει

ἡ μαύρη πάχνη της

ὅλα νὰ τὰ σκεπάζει

κι’ ὅλα νὰ χάνονται

ποῦ νὰ κρυφτεῖς δὲν ἔχεις

οἱ βρυχηθμοὶ τοῦ Δράκου

πλησιάζουν…

Ὢ! Μπέλα-Κούνια, Κούνια-Μπέλα.

19/5/2014



Ἀγριόχηνα

 

Εἶδα πὼς ἤμουνα πουλὶ

κάτι σὰν γλάρος

μά ὄχι, πιὸ πολὺ μὲ ἀγριόχηνα

πὼς ἔμοιαζα,

αὐτὴν τὴν ἴδια

ποὺ ἀντικρύζουμε κάθε φορὰ

μὲ τὸν Ἠλία

τὰ δειλινὰ τοῦ φθινοπώρου

ἀπὸ τερπνὲς ὁδοιπορίες ἐπιστρέφοντας

ἀκολουθώντας τὸ ἀρχαῖο μονοπάτι

στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ

πάνω ἀπ’ τὴ θάλασσα.

Ἀθόρυβα κρυβόμασταν

πίσω ἀπὸ ἀσπάλαθα, θυμάρια,

σέμπρε-βίβα

τὴν βλέπαμε στὸν ἴδιο πάντα βράχο

σημάδι σκοτεινὸ

καταμεσὶς στὴ θάλασσα

στραμμένη πρὸς τὸ πέλαγος

ἀκίνητη, ρεμβαστικὴ κι ἀπόκοσμη

μιὰ ἰδέα θλιμμένη,

κάθε φορά, χρόνια τώρα

μοναχική, λησμονημένη

ἀπ’ τὸ κοπάδι τῶν συντρόφων της…

Τί νἄρχεται στὸ νοῦ της

τούτη τὴν ὥρα

ποὺ οἱ σκιὲς τοῦ σούρουπου

θολώνουνε τὰ σχήματα

κι ἐπιθυμίες καὶ μνῆμες ἐπανέρχονται

τρελλὰ θαλασσοπούλια

κι ἄγρια τὴν ραμφίζουν.

Οἱ μακρινὲς πολιτεῖες

λιμάνια ξένα του Βορρᾶ

πολύβουα, χαρούμενα,

ἄνθρωποι γελαστοὶ, πασίχαροι,

μικρὰ σπιτόπουλα χαριτωμένα

καθὼς τὰ λούζει

τὸ παράξενο φῶς τοῦ Σέλαος.

Καὶ τὰ ψαράδικα, τί χαρά!

νὰ φτάνουν ἕνα-ἕνα

γεμάτα θησαυροὺς τῆς θάλασσας

καὶ σμάρια ξοπίσω τους

θαλασσοπούλια νὰ κρώζουνε

χαρούμενα,

καὶ οἱ ψαράδες

ἀπὸ τοῦ πλούτου τὴν περίσσεια

ἁπλόχερα νὰ ρίχνουν στὰ πουλιά.

Στ’ αὐτιά της φτάνουν ζωηρὰ

τρελλὰ κρωξίματα χαρᾶς

ἀλαλαγμοὶ εὐωχίας τῶν συντρόφων.

Ὢ, οἱ εὐτυχισμένες μέρες

ἀγαπημένοι σύντροφοι

ποὺ μὲ ξεχάσατε.



Τὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ χαμήλωσε

καὶ τὴν σκεπάζει ἁπαλὰ

δύσκολα διακρίνεται

καθὼς τὸ ἀβέβαιο σχῆμα

γλιστράει μὲ τὶς φτεροῦγες

ἁπλωμένες,

ξυστὰ πάνω ἀπ’ τὸ κύμα

πετάει πέρα μακρυὰ

καὶ γίνεται ἕνα

μὲ τὴν ἀχλὺ τοῦ ὁρίζοντα

ζυγίζεται ψηλὰ, πάνω

ἀπὸ τὸν ἰοστεφὴ Ἀντικέφαλο

καὶ χάνεται ὁριστικὰ

στὸ θάλπος

τῆς ἔκπαγλης Δύσης.

Πάρος, 23-6-2014




Ναυσικὰ



Αἰφνίδια δραπέτευσες

λάθρα σχεδὸν

ἀπ’ τὸ παλιὸ ἐτοιμόρροπο

τοῦ χρόνου σπίτι

κι ἄφησες πίσω σου ἀνοιχτὰ

πορτοπαράθυρα σημάδι τῆς φυγῆς σου

νὰ μπαινοβγαίνουν οἱ μνῆμες

ἀνενόχλητες.



            Ἄδειο ἀντηχεῖο

τῆς ζεστῆς φωνῆς σου

ἡ κρύα κάμαρη τῆς Κυριακῆς

ξερὰ στὰ βάζα ξεχασμένα

τῆς μοναξιᾶς σου τὰ μὴ μὲ λησμόνει

θολὰ τὰ τζάμια τῆς ἀπόδρασής σου

ἀπ’ τὴ γκρίζα σκόνη τῆς ματαίωσής της

φιλτράρανε τὸ φῶς τῆς μοναξιᾶς σου.



            Στὰ κουρτινάκια σου

ἄνθη ροδιᾶς, κυκλάμινα

 νεκρὲς ψυχές, τὰ φτερωτά

τὰ λόγια σου, καρφιτσωμένες

καὶ τῆς πικρῆς ζωῆς σου

μενεξέδες…



            Άπειρες στα βιβλία σου

πυκνογραμμένες σημειώσεις

σχόλια κρυφά και παραινέσεις

στο τέλος «Άντε γειά,

καλή πατρίδα σύντροφοι



Μπρὸς στὸ κρεβάτι

οἱ παλιὲς παντόφλες

ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἀστάθειας

πατημένες λιώσαν

σὲ πληκτικὲς διαδρομὲς

καθορισμένες.



            Ἀπ’ τ’ ἀνοιχτό ντουλάπι

μὲ προφταίνουν μυρωδιὲς

κυδώνι κι ἀμαρέτο

τὸ ἀγαπημένο σου λικὲρ

ποὺ μᾶς κερνούσες.



            Κρύες οἱ ἑστίες στὴν κουζίνα

στρωμένο τὸ τραπέζι,

σερβιρισμένο στὸ καλὸ σερβίτσιο

τῆς ἔννοιας τὸ φαγάκι, ἀμβροσία

καὶ στὰ κρυστάλλινα ποτήρια

στυφὸ κρασὶ τῆς λησμονιᾶς

νὰ σταραφταλίζει.



            Στὴ μέση τὸ πικρὸ ψωμί

του χωρισμού

σε δίκαιες και σοφές μερίδες

μοιρασμένο.



            Τρέχω στῆς ρέμβης σου

τὸ μελαγχολικὸ μπαλκόνι

νὰ σὲ προφτάσω

τοῦ ἀποχωρισμοῦ τὴν τελευταία γωνία

νὰ στρίβεις

καθὼς κινεῖς ἀδιόρατα τὸ χέρι

νὰ μ’ ἀποχαιρετᾶς, πλησίστια

ὡραία τὸ δέμας

μὲ τὸ χορευτικό της πρώτης

νιότης σου τὸ βήμα,

μὲ τὰ χρυσὰ μαλλιά σου

ν’ ἀνεμίζουν

σινιάλο ἡ ἄκρη τῆς φαρδιᾶς σου

φούστας

νὰ αἰωρείσαι σὲ χρυσές νεφέλες

καὶ νὰ λάμνεις

πρὸς θάλασσες ἀκύμαντες

ὡς ναύα καλοτάξιδη

ὦ ναῦς  ὦ Νασικᾶ.





Δεν υπάρχουν σχόλια: